
Την φιλοδοξία του για την δημιουργία ενός ευρωπαϊκού κέντρου αναφοράς για αμυντικά συστήματα με βάση την Ελλάδα, ενισχύοντας την παραγωγική βάση, την έρευνα και ανάπτυξη και την τεχνολογική αυτονομία της χώρας μας, υπογραμμίζει σε συνέντευξή του στο Business Daily, ο Κρίστιαν Χατζημηνάς, Πρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης Επιχειρηματιών – Ε.ΕΝ.Ε, Ιδρυτής του EFA GROUP και Ιδρυτής και CEO του THEON GROUP.
Στην πρώτη μεγάλη συνέντευξή του μετά την ανακοίνωση του στρατηγικού deal στην EFA Group με την είσοδο δύο ισχυρών θεσμικών επενδυτών, της Motor Oil και της EOS Capital, αναλύει το όραμα πίσω από τη μεγάλη στρατηγική συμφωνία που στοχεύει να αναδιαμορφώσει το τοπίο της αμυντικής τεχνολογίας στην Ελλάδα.
Ο κ. Χατζημηνάς αναφέρεται στους λόγους για τους οποίους η χώρα μας δεν κατάφερε τις τελευταίες δεκαετίες να πετύχει την ανάπτυξη μιας ισχυρής αμυντικής βιομηχανίας, αναλύει το τουρκικό παράδειγμα και της επιτυχίας στην παραγωγή drones και θέτει τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη ενός ισχυρού αμυντικού οικοσυστήματος στην Ελλάδα.
Παράλληλα, εμφανίζεται αισιόδοξος για την πορεία της οικονομίας το 2026, υπογραμμίζοντας όμως την ανάγκη μεταρρυθμίσεων. Τέλος, αναφέρεται στην αναβάθμιση της εγχώριας επιχειρηματικότητας και τον ρόλο της Ε.ΕΝ.Ε..
Οι νέοι επενδυτές προσφέρουν ουσιαστική τεχνογνωσία στους τομείς της τεχνολογίας και των επενδύσεων, καθώς και ισχυρή παρουσία στις βασικές διεθνείς αγορές – στόχους του EFA GROUP, όπως η Μέση Ανατολή, η Ασία και η Αμερική.
Παράλληλα, ενισχύουν την αναγνωρισιμότητα και την πειθαρχία του Ομίλου, ενώ η συνεργασία χαρακτηρίζεται από την εξαιρετική χημεία μεταξύ όλων των πλευρών. Το σημαντικότερο είναι ότι οι νέοι επενδυτές διαθέτουν αποδεδειγμένη εμπειρία στη διοίκηση ταχέως αναπτυσσόμενων εταιριών με διεθνή προσανατολισμό.
Η θετική εμπειρία μας από τη συμμετοχή θεσμικών επενδυτών στη THEON ενίσχυσε την εμπιστοσύνη μας. Αναζητούσαμε υγιή, επιχειρηματικά προσανατολισμένα κεφάλαια που θα επιτάχυναν την αναπτυξιακή πορεία του Ομίλου και αυτή η σύμπραξη ανταποκρίνεται πλήρως σε αυτή την ανάγκη.
Όπως επισημάνθηκε και από επενδυτική σκοπιά, η συμφωνία αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου κατά 80 εκ. ευρώ είναι καθοριστικής σημασίας αυτή την περίοδο και, με τη χρήση μόχλευσης, τα κεφάλαια μπορούν να φτάσουν έως τα 120 εκατ. ευρώ.
Πρόκειται για μια συνειδητή στρατηγική επιλογή, καθώς «όλα συνδέονται μεταξύ τους», και ένα τέτοιο οικοσύστημα δεν μπορεί να αναπτυχθεί χωρίς συνεργασίες.
Η συμφωνία αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου κατά 80 εκ. ευρώ αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου για τη δημιουργία ολοκληρωμένων τεχνολογικών clusters στον χώρο της αμυντικής τεχνολογίας διττής χρήσης.
Στόχος είναι η ενίσχυση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας, η προώθηση της καινοτομίας και η ανάπτυξη συστημάτων “made in Greece” που θα απευθύνονται στην ευρωπαϊκή αγορά.
Η είσοδος θεσμικών επενδυτών και η ουσιαστική κεφαλαιακή ενίσχυση αποτελούν ένα σημαντικό βήμα προετοιμασίας για μια πιθανή μελλοντική εισαγωγή του EFA GROUP σε χρηματιστήριο, στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό. Η τελική επιλογή θα καθοριστεί από κοινού με τους νέους επενδυτές, στο πλαίσιο της συνολικής στρατηγικής ανάπτυξης του ομίλου.
Το νέο επενδυτικό κεφάλαιο θα κατευθυνθεί σε εξαγορές εταιρειών εντός και εκτός Ελλάδας, στη διεθνή επέκταση του ομίλου και στην ανάπτυξη νέων προϊόντων και τεχνολογιών.
Η είσοδος δύο ισχυρών επενδυτικών σχημάτων, της Motor Oil και της EOS Capital, αποτελεί σαφή ένδειξη εμπιστοσύνης στις δυνατότητες της ελληνικής αμυντικής τεχνολογίας, σε μια περίοδο όπου ο κλάδος ανακάμπτει μετά από χρόνια υποχρηματοδότησης.
Η συμφωνία αποσκοπεί στη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού κέντρου αναφοράς για αμυντικά συστήματα που θα παράγονται στην Ελλάδα, ενισχύοντας την παραγωγική βάση, την έρευνα και ανάπτυξη και την τεχνολογική αυτονομία της χώρας — συμβάλλοντας παράλληλα στη μείωση της εξάρτησης από εισαγωγές.
Συνολικά, αυτή η συμφωνία σηματοδοτεί την είσοδο της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας σε μια νέα εποχή συνεργασιών, clusters και στρατηγικών συμπράξεων, ευθυγραμμισμένη με τα διεθνή πρότυπα.
Πρόκειται για μια από τις πιο σημαντικές εξελίξεις της τελευταίας δεκαετίας, καθώς συνδυάζει ισχυρή χρηματοδότηση, τεχνολογική αναβάθμιση, διεθνή εξωστρέφεια, και τη δημιουργία ενός σύγχρονου ελληνικού τεχνολογικού οικοσυστήματος με ευρωπαϊκές προοπτικές.

Στιγμιότυπο από τη συνέντευξη Τύπου της EFA Group για την ανακοίνωση της συμφωνίας με Motor Oil και της EOS Capital
Η αδυναμία της Ελλάδας να αναπτύξει ισχυρή αμυντική βιομηχανία, παρά τις υψηλές αμυντικές δαπάνες, οφείλεται σε ένα σύνολο διαχρονικών παραγόντων.
Η χώρα προτίμησε για δεκαετίες εισαγωγές οπλικών συστημάτων για λόγους διπλωματικών ισορροπιών και λόγω ανάγκης γρήγορης θωράκισης της χώρας, περιορίζοντας την ανάπτυξη εγχώριας τεχνογνωσίας.
Οι κρατικές αμυντικές βιομηχανίες αντιμετώπισαν χρόνια προβλήματα κακοδιοίκησης που οφείλονταν περισσότερο στο πλαίσιο, παρά σε προσωπικές επιλογές διαχείρισης, πολιτικών παρεμβάσεων, υποεπένδυσης και γραφειοκρατίας, με αποτέλεσμα χαμηλή ανταγωνιστικότητα.
Πάνω από όλα όμως οφείλεται και στον ρόλο της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας που είχε περισσότερο μια οπτική γωνία αύξησης τζίρων και βραχυπρόθεσμων κερδών μόνο.
Παράλληλα, δεν υπήρξε ποτέ μια συνεκτική εθνική στρατηγική για την ανάπτυξη του κλάδου, ενώ οι προμήθειες γίνονταν αποσπασματικά.
Η μικρή εγχώρια αγορά και η περιορισμένη εξαγωγική δραστηριότητα εμπόδισαν τη βιωσιμότητα μεγάλων παραγωγικών μονάδων.
Η έλλειψη επενδύσεων σε έρευνα και ανάπτυξη, καθώς και η αδύναμη συνεργασία πανεπιστημίων–βιομηχανίας–στρατού, επιβράδυναν την τεχνολογική πρόοδο.
Τέλος, η Ελλάδα άργησε να ενταχθεί στις νέες τεχνολογικές τάσεις (drones, cyber, AI), αν και τα τελευταία χρόνια εμφανίζονται πιο δυναμικές πρωτοβουλίες και startups.
Εν κατακλείδι, η Ελλάδα δαπανούσε πολλά για την άμυνα, αλλά τα χρήματα αυτά κατευθύνονταν κυρίως σε εισαγωγές, όχι σε επενδύσεις που δημιουργούν εγχώρια παραγωγή και τεχνογνωσία. Το αποτέλεσμα είναι μια αμυντική βιομηχανία με δυνατότητες, αλλά χωρίς το οικοσύστημα, τη στρατηγική και τη σταθερότητα που απαιτείται για να γίνει διεθνώς ανταγωνιστική.
Η ανάπτυξη της αμυντικής βιομηχανίας στην Ελλάδα δεν μπορεί να βασιστεί σε έναν μόνο παράγοντα, απαιτεί ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο πολιτικής, επενδύσεων, τεχνολογικής προόδου και συνεργασιών.
Η χώρα χρειάζεται μια σταθερή και ενιαία εθνική πολιτική για την αμυντική βιομηχανία, με σαφείς στόχους, κανόνες και διαδικασίες στήριξης των επιχειρήσεων.
Η στρατηγική αυτή πρέπει να ευθυγραμμίζεται τόσο με τις επιχειρησιακές ανάγκες των Ενόπλων Δυνάμεων, όσο και με τους ευρύτερους στόχους τεχνολογικής αυτονομίας της Ελλάδας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Για πολλά χρόνια η Ελλάδα βασίστηκε κυρίως σε εισαγόμενα συστήματα, με περιορισμένη συμμετοχή της εγχώριας βιομηχανίας. Η αλλαγή αυτού του μοντέλου αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για βιώσιμη ανάπτυξη.
Παράλληλα, η διεθνής αγορά άμυνας εξελίσσεται ραγδαία, με τεχνολογίες όπως η τεχνητή νοημοσύνη, τα drones, οι προηγμένοι αισθητήρες και οι λύσεις κυβερνοάμυνας να διαμορφώνουν νέα δεδομένα.
Αυτό καθιστά αναγκαίες τις συστηματικές επενδύσεις στην έρευνα και ανάπτυξη, καθώς και την ενίσχυση των κέντρων τεχνολογικής καινοτομίας.
Η δημιουργία ενός ισχυρού αμυντικού οικοσυστήματος απαιτεί στενή συνεργασία μεταξύ κράτους, ιδιωτικών επιχειρήσεων και διεθνών ομίλων. Χωρίς τέτοιες συμπράξεις, δεν μπορεί να επιτευχθεί η απαιτούμενη κλίμακα, ούτε η αναγκαία εξωστρέφεια.
Εξίσου σημαντικός είναι ο μακροπρόθεσμος προγραμματισμός των εξοπλιστικών αναγκών, ώστε η βιομηχανία να μπορεί να επενδύει, να αναπτύσσει παραγωγικές δυνατότητες και να προσελκύει εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό.
Η διεθνής επανατοποθέτηση της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας, μέσα από επενδύσεις και στρατηγικές συμμαχίες, αποτελεί βασικό παράγοντα για τη βιωσιμότητα και την ανάπτυξή της.
Παράλληλα, πολλές κρατικές αμυντικές επιχειρήσεις χρειάζονται εκσυγχρονισμό και αναδιάρθρωση, ώστε να ανταποκριθούν στις σύγχρονες απαιτήσεις ποιότητας και παραγωγής.
Τέλος, η προσέλκυση και διατήρηση μηχανικών, τεχνικών και ερευνητών υψηλής εξειδίκευσης είναι καθοριστική. Η τεχνολογική αναβάθμιση προϋποθέτει ανθρώπινο δυναμικό με σύγχρονες δεξιότητες και συνεχή κατάρτιση.
Συνολικά, η Ελλάδα βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σημείο καμπής: η αμυντική βιομηχανία μπορεί να εξελιχθεί σε μοχλό οικονομικής ανάπτυξης, τεχνολογικής προόδου και ενίσχυσης της εθνικής ασφάλειας — αρκεί να υπάρξει συνεκτική στρατηγική, σταθερές επενδύσεις και μακροπρόθεσμες συνεργασίες.
Οι πρόσφατες πρωτοβουλίες της Πολιτείας για την αλλαγή του πλαισίου και της νοοτροπίας είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικές, όπως και η υιοθέτηση ενός πιο μακροπρόθεσμου σχεδίου προμηθειών, με σαφή και ορατό ορίζοντα και για την ιδιωτική αμυντική βιομηχανία.

Κρίστιαν Χατζημηνάς, Πρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης Επιχειρηματιών – Ε.ΕΝ.Ε, Ιδρυτής του EFA GROUP και Ιδρυτής και CEO του THEON GROUP.
Η πρόοδος της Τουρκίας στα UAVs είναι αποτέλεσμα μακροχρόνιας στρατηγικής, στοχευμένων επενδύσεων και συνεργασιών.
Η κυβέρνηση έθεσε ως προτεραιότητα την ανάπτυξη εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας, επένδυσε σε R&D και στήριξε εταιρίες όπως η ιδιωτική εταιρία Baykar και η κρατική TAI.
Καθοριστικό ήταν το μοντέλο συνεργασίας κράτους – βιομηχανίας – διπλωματίας, που εξασφάλισε το τρίπτυχο: χρηματοδότηση, εγχώριες παραγγελίες και εξαγωγές. Παράλληλα, διεθνείς συνεργασίες, όπως αυτή με τη Leonardo, ενίσχυσαν την τεχνολογική βάση της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας μέσω μεταφοράς τεχνογνωσίας.
Συνολικά, η επιτυχία στηρίχθηκε σε μια συνεκτική κρατική στρατηγική, σημαντικές επενδύσεις, την ανάπτυξη ισχυρών εγχώριων εταιριών, τον εξαγωγικό προσανατολισμό και τις διεθνείς συμπράξεις.
Οι διεθνείς οργανισμοί προβλέπουν ότι η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει να αναπτύσσεται με σταθερό αλλά μέτριο ρυθμό, με θετικές εξελίξεις στην απασχόληση και στα δημόσια οικονομικά.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ανάπτυξη 2,1% το 2025 και 2,2% το 2026, με κινητήριες δυνάμεις την κατανάλωση και τις επενδύσεις που ενισχύονται από ευρωπαϊκά κονδύλια.
Ωστόσο, παραμένουν προκλήσεις, όπως ο επίμονος πληθωρισμός στις υπηρεσίες, το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών και η εξάρτηση από τα ευρωπαϊκά κονδύλια του RRF, το Recovery and Resilience Facility ο γνωστός Μηχανισμός Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, που πρέπει να απορροφηθούν έως τον Αύγουστο του 2026.
Συνολικά, η Ελλάδα εισέρχεται στη νέα χρονιά με θετικές προοπτικές και υγιή δημοσιονομικά, αλλά η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και η αντιμετώπιση πληθωριστικών πιέσεων παραμένουν κρίσιμες.
Η ελληνική επιχειρηματικότητα βρίσκεται σε μια περίοδο έντονης μετάβασης και ανανέωσης. Το ελληνικό επιχειρηματικό οικοσύστημα ωριμάζει, ενισχύεται από την καινοτομία και τις εταιρίες startups, και παρουσιάζει αυξανόμενη εξωστρέφεια. Οι επενδύσεις σε νέες επιχειρήσεις αυξάνονται, ενώ η εμφάνιση ελληνικών “μονόκερων” δείχνει τη δυναμική του χώρου.
Παράλληλα, οι επιχειρήσεις ιδίως οι μικρομεσαίες στρέφονται περισσότερο στις εξαγωγές, ενισχύοντας την ανθεκτικότητα της οικονομίας. Ωστόσο, αντιμετωπίζουν σημαντικές προκλήσεις όπως υψηλά λειτουργικά κόστη, έλλειψη εξειδικευμένων δεξιοτήτων, δυσκολίες πρόσβασης σε χρηματοδότηση και ζητήματα διαδοχής στις οικογενειακές επιχειρήσεις.
Η Ελλάδα εισέρχεται σε μια νέα εποχή επιχειρηματικότητας, πιο ώριμη και τεχνολογικά προσανατολισμένη.
Όπως αποδεικνύεται στην πράξη, η πρόοδος δεν είναι ομοιόμορφη σε όλους τους κλάδους και τα μεγέθη των ελληνικών επιχειρήσεων, γεγονός που καθιστά αναγκαία την εγρήγορση και τη λήψη κατάλληλων μέτρων για το άμεσο μέλλον, ώστε να ενισχύσουμε και να διατηρήσουμε τη συνολική αναπτυξιακή πορεία της ελληνικής οικονομίας.
Με ικανοποίηση είδαμε τη Γερμανία να εφαρμόζει ήδη μια διαφοροποιημένη οριακή φορολόγηση στην εργασία. Στην Ελλάδα, τα μηνύματα ελήφθησαν από την Κυβέρνηση, καθώς εφαρμόστηκε διαφορετική φορολόγηση στις υπερωρίες, βασισμένη στην αρχή της οριακής φορολόγησης – και ευχαριστούμε γι’ αυτό την Υπουργό Εργασίας.
Για το 2026, στόχος μας είναι η εφαρμογή των κοστολογημένων και συγκεκριμένων μέτρων που προτείνει η Ε.EN.E., με έμφαση στην επανεκπαίδευση.
Η επανεκπαίδευση δεν είναι απλώς ανάγκη· είναι το εισιτήριο για να μην μείνουμε πίσω.
Τώρα είναι η στιγμή να σχεδιάσουμε κάτι ουσιαστικό: προγράμματα ψηφιακών δεξιοτήτων και τεχνητής νοημοσύνης, συνδυασμένα με αύξηση μισθών κατόπιν επίσημης πιστοποίησης και δραστική μείωση του μη μισθολογικού κόστους.
Το 2026 η Ε.EN.E. θα μεταφέρει τις προτάσεις αυτές ακόμη πιο δυναμικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Γι’ αυτό προχωρούμε στην ίδρυση γραφείου της Ε.EN.E. στις Βρυξέλλες. Δεν είναι απλώς μια κίνηση εξωστρέφειας, είναι η έμπρακτη απόδειξη ότι η ελληνική επιχειρηματικότητα μπορεί και πρέπει να έχει φωνή με προτάσεις, δράσεις και παρουσία εκεί που λαμβάνονται οι κρίσιμες αποφάσεις.
Η μόνιμη παρουσία της Ε.EN.E. στις Βρυξέλλες θα συμπληρωθεί τον Ιούλιο του 2026 με τα εγκαίνια του ανοικτού κέντρου Τεχνητής Νοημοσύνης στο Νέο Ψυχικό από το EFA GROUP, το οποίο θα φιλοξενεί και τα νέα γραφεία της Ε.EN.E. Με αυτή την πρωτοβουλία συνδέουμε την επιχειρηματικότητα με τον νέο κόσμο και το οικοσύστημα της τεχνητής νοημοσύνης.
